Η αβάσταχτη ελαφρότητα και η κούφια σημαντικότητα του 2016

Έχοντας ήδη αφήσει πίσω μας το πρώτο μισό της χρονιάς, η στήλη κλείνει εν μέσω αναζήτησης θερινής ραστώνης, με ένα σχόλιο πάνω στη νέα μόδα που λέγεται «μουσική» και μία μίνι καταγραφή των κυκλοφοριών από τον Καναδά, τη χώρα-outsider, που έχει στρέψει τα βλέμματα προς τη μεριά της με την ενδιαφέρουσα και πλούσια της σοδειά...

Άγγελος Κλειτσίκας
Άγγελος Κλειτσίκας

Το πρώτο μισό του 2016 θα το θυμόμαστε ως το διάστημα εκείνο στο οποίο η μουσική (ξανα)έγινε σημαντική –όχι για τους λίγους, αλλά για όλους σχεδόν. Η μουσική σχολιάζεται, συζητιέται, μοιράζεται εκ νέου και μετά μανίας στα έμπροσθεν του διαδικτυακού γαλαξία. Και όταν λέμε μουσική, εννοούμε το κάποτε alternative που έγινε mainstream και το κάποτε mainstream που έγινε alternative, όλα μαζί σε ένα, κάτω από ένα απροσδιόριστο tag που χωράει οτιδήποτε μπορεί να στριμωχθεί στη σφαίρα της εύπεπτης και εύκολα συζητήσιμης pop culture κατανάλωσης. Μπορεί γι' αυτό να οφείλεται μία γενική αίσθηση/ένας τρόπος υπόδειξης του πώς καταναλώνεται η μαζική, σοσιαλομιντικά φιλική μουσική από τα μαμούθ sites (ναι, στο Pitchfork αναφέρομαι), αλλά δεν είναι ότι και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες δεν έχουν βάλει το χεράκι τους.

Τρεις παράγοντες έχουν διαμορφώσει το 2016 ως μουσικά βαρύ και ιστορικό. Πρώτον, η νέα μόδα της προγραμματισμένης ακρόασης. Από το Lemonade της Queen Bey που ανακοινώθηκε μέσα από το HBO και τη σπέσιαλ, ομότιτλη μίνι ταινία της λίγο πριν την επίσημη κυκλοφορία του δίσκου μέχρι το παγκόσμιο, συγχρονισμένο streaming του Moon Shaped Pool των Radiohead στο BBC Radio 6 στις 9 Μαΐου και της ανάλογης φύσεως διάθεσης των κυκλοφοριών του James Blake και του Drake (είναι τόσο χάλια το άλμπουμ του που δεν θα αναφερθεί παρακάτω, παρότι Καναδός στην καταγωγή), η ακρόαση νέων δίσκων μετατράπηκε σε μία κοινή, οικουμενική εμπειρία με ψηφιακό φόντο.



Η επαναφορά της σημασίας του ολοκληρωμένου δίσκου, στην οποία υποτίθεται πως αποσκοπεί η παραπάνω τακτική, μοιάζει όμως τεχνητή. Γιατί έτσι μπορεί ένα άλμπουμ να συζητιέται και να ακούγεται από πολύ περισσότερου κοινό, αλλά η συντριπτική πλειονότητα το αντιμετωπίζει κυρίως ως ένα χιπ προϊόν διαδικτυακής κουλτούρας, η  ενασχόληση με το οποίο κορυφώνεται μόνο τις μέρες που ακολουθούν την ξαφνικά προγραμματισμένη κυκλοφορία του: αμέσως μετά ξεφουσκώνει και ξεχνιέται, για να το διαδεχθεί το επόμενο cool γεγονός (μουσικό ή μη). Ένα μαρκετίστικο κυνήγι για social media trending δηλαδή και όχι μία αληθινή προσπάθεια εστίασης στην αξία του ολικού δοσίματος σε ένα μουσικό έργο.

Επιπρόσθετα, ο επιφανειακός κοινωνικοπολιτικός χαρακτήρας που προσδίδουν οι μουσικοί στις δουλειές τους –είτε μιλάμε για το ειλικρινές αλλά κάπως μαλθακό πανανθρώπινο μήνυμα της P.J Harvey, είτε για το φεμινιστικό ημερολόγιο ντροπή για τις πραγματικά χειραφετημένες γυναίκες της Beyoncé, όπως και για τον έντεχνο, λευκό πολιτικό δίσκο κεντροαριστέρας των Radiohead μέχρι τον ύποπτο υπερυσυναισθηματισμό του James Blake– αν γίνει αντιληπτός ως η απάντηση της μουσικής στις ζοφερές εποχές μας, τότε είναι ένα καλό παράδειγμα του ότι τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά, πουθενά. Τέλος, οι αιφνίδιοι (ή και όχι τόσο) θάνατοι γιγαντιαίων προσωπικοτήτων της μουσικής ιστορίας, επανέφεραν στο επίκεντρο την γενικότερη αίσθηση του πόσο σημαντική είναι η μουσική σαν τέχνη, σαν ιδέα, σαν στοιχείο της καθημερινότητας και της ζωής. Αλλά την ίδια στιγμή φανέρωσε πόσο επίπλαστη μπορεί να είναι αυτή η αγάπη, ως προϊόν μόνο της ευθυγράμμισης με οτιδήποτε θεωρείται ότι παίζεται και συζητιέται στη διαδικτυακή παιδική χαρά.

Indiekatr_2.jpg

Δεν έχουμε όμως μιλήσει για το στοιχείο που ορίζει πραγματικά μία μουσική χρονιά ως σημαντική: η παραγωγικότητα και η ποιότητα της σε επίπεδο νέων κυκλοφοριών. Έχουν βγει λοιπόν καλοί νέοι δίσκοι μέχρι στιγμής φέτος; Είναι το 2016 μία από τις πιο ενδιαφέρουσες χρονιές; Για όσους ασχολούνται μόνο με την επικαιρότητα και τα βαριά χαρτιά, σίγουρα αποτελεί μία από τις πιο συναρπαστικές εποχές. Για όλους τους υπόλοιπους, ωστόσο, που αναζητούν δίσκους να δεθούν και να γραπωθούν, ίσως να είναι μία αρκετά μέτρια χρονιά σε σύγκριση με την περσινή, με το 2013 ή με το 2010 (από τις πιο πρόσφατες).

Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και ιδιαίτερα αξιόλογες δουλειές που θα τις θυμόμαστε και θα επιστρέφουμε σε εκείνες και με το πέρας της χρονιάς. Μπορούμε να εντοπίσουμε τέτοιους δίσκους σε όλα τα μουσικά και γεωγραφικά μήκη και πλάτη, το τελευταίο διάστημα. Μία από τις λιγότερο τραγουδισμένες ιστορίες του 2016, και αυτή στην οποία θα εστιάσει το υπόλοιπο και τελευταίο (για τη σαιζόν) Indiestopia, είναι αυτή του πώς ο Καναδάς αναδείχθηκε σε ένα από τα πιο δραστήρια εργαστήρια πολυσχιδούς ηλεκτρονικής μουσικής παγκοσμίως, το οποίο συγχρονίζεται με το παρόν, μα ατενίζει θαρραλέα και το μέλλον.



Ίσως ο πιο απολαυστικός καναδικός δίσκος για το 2016 (μέχρι στιγμής) να είναι το ντεμπούτο 99,9% του ηλεκτρονικού και χιπ χοπ παραγωγού Kaytranada. Ο γεννημένος στην Αϊτή (1992) και μεγαλωμένος στο Μόντρεαλ Louis Kevin Celestin είχε αρχίσει να παίζει ως DJ σε clubs ήδη από τα 14 του, ενώ λίγο καιρό αργότερα ξεκίνησε να ασχολείται και με την παραγωγή. Ο ταλαντούχος μουσικός έχει κυκλοφορήσει δεκάδες ανυπόγραφα μίνι άλμπουμ ως Kaytradamus, αλλά τα εντυπωσιακότερα σημεία στο βιογραφικό του εντοπίζονται στις παραγωγές που έχει κάνει σε μεμονωμένα κομμάτια πιο φτασμένων ονομάτων του χώρου, όπως τον Chance The Rapper, τον Anderson Paak και την Azealia Banks.

Indiekatr_3.jpg

Μία ματιά στον κατάλογο των αμέτρητων remixes του καταδεικνύει και τις επιρροές του για τον φετινό, ουσιαστικά παρθενικό, του δίσκο στην εκλεκτική, ανεξάρτητη XL. To 99,9 % είναι μία από τις πιο feel-good κυκλοφορίες φέτος. Η παραγωγή του είναι υποδειγματική και ευφάνταστη, ενώ ο τρόπος με τον οποίον ελίσσεται από electro σε R'n'B και χιπ χοπ είναι πραγματικά αριστοτεχνικός. Οι συνεργασίες που εμπεριέχει μοιάζουν το ίδιο προσεγμένες, με τους Craig David, Aluna George, BADBADNOTGOOD και River Tiber να είναι μερικές από αυτές, μέσα σε άλλες εξίσου ενδιαφέρουσες. Ένας δίσκος που τον προτείνω ανεπιφύλακτα για όλες εκείνες τις κλισέ καλοκαιρινές στιγμές χαλάρωσης δίπλα στο κύμα.



Τα δύο τελευταία ονόματα είναι υπεύθυνα για δύο ακόμη ιδιαίτερα αξιοπρόσεχτες δουλειές. Τα τρία μέλη των BADBADNOTGOOD, γνωστοί και ως BBNG, γνωρίστηκαν το 2010 σε ένα τζαζ πρόγραμμα μαθημάτων στο κολέγιο Humber του Τορόντο. Η κοινή τους αγάπη για το ορχηστρικό χιπ χοπ του J.Dilla, τις ραπ γκρούβες του MF Doom και την κλασική τζαζ, τους έφερε κοντά και άρχιζαν έτσι να τζαμάρουν, με ένα ελεύθερο πνεύμα που συνδύαζε χιπ χοπ και τζαζ με έναν τρόπο καινοτόμο και απίστευτα διασκεδαστικό. Η διασκευή τους σε ένα κομμάτι των Odd Future –την οποία ανέβασαν σε ένα μυστήριο βιντεάκι στο YouTube φορώντας μάσκες γουρουνιών– απέσπασε την προσοχή του Tyler The Creator, που την προώθησε όσο μπορούσε για να γίνει τελικά viral. Οι νεαροί nerdy/hipsters κυκλοφόρησαν τα δύο πρώτα άλμπουμ τους το 2011 και 2012 (BBNG και BBNGII, αντίστοιχα), διαθέτοντάς τα δωρεάν στο Bandcamp και πλασάροντάς τα ως «μία μοντέρνα επαναδιατύπωση της τζαζ». Αμφότερα εμπεριέχουν δικά τους κομμάτια, όσο και περίτεχνες διασκευές σε Kanye West, James Blake, MBV κ.ά.

Indiekatr_4.jpg

Η τρίτη τους κυκλοφορία ΙΙΙ (2014), είναι η πρώτη που αποτελείται αποκλειστικά από δικές τους ενορχηστρώσεις και αποτελεί μακράν την πιο μεγαλόπνοη δουλειά τους μέχρι σήμερα. Η περσινή τους σχετικά μέτρια συνεργασία με τον ράπερ Ghostface Killah των θρυλικών Wu-Tang Clan με τίτλο Sour Soul τους χάρισε βέβαια απροσδόκητο breakthrough σε σημαντικά μεγαλύτερη μερίδα ακροατών, ενώ μόλις αυτόν τον μήνα παρέδωσαν την τελευταία τους κατάθεση, με τον ...απρόβλεπτο τίτλο IV. Η μεταστροφή στον ήχο τους είναι εμφανής, περπατώντας πια σε πιο πιασάρικα R'n'B, soul και ηλεκτρονικά μονοπάτια, ενώ η κεντρική τζαζ φόρμα διαθέτει πια μία πιο lounge, παρά εκρηκτική, αύρα.



Ο παραγωγός River Tiber κατάγεται κι εκείνος από το Τορόντο και με το φετινό του ντεμπούτο Indigo τράβηξε προς το πρόσωπο του λιγότερη προσοχή απ’ όση του αξίζει. Πριν την κυκλοφορία αυτού, βέβαια, μπορούμε να εντοπίσουμε τα βήματα του Tommy Paxton-Breesley στις δουλειές του Drake, ο οποίος έχει πάρει αυτούσιο ως sample το single “No Talk” για το κομμάτι του “No Tellin”, όπως και των προαναφερθέντων BBNG, σε ένα μάλιστα από τα καλύτερά τους κομμάτια (το “CS60”).

Indiekatr_5.jpg

Το Indigo είναι ένα βελούδινο post-soul κόσμημα, το ντεμπούτο ενός λιγότερο ταλαντούχου αλλά πιο ανέμελου James Blake, γεμάτο από στιγμές που αγγίζουν τις συχνότητες ευαισθησίας των Radiohead. Τέλος, αξίζει ακόμη να τσεκάρετε (με αυτή τη σειρά) το δεύτερο άλμπουμ της Jezzy Lanza από το Οντάριο με τίτλο Oh No –μπλέκει εξωτική synth pop με ένα avant, πειραματικό στοιχείο– την 5η δουλειά των έμπειρων στον χώρο της εγκεφαλικής χορευτικής μουσικής Junior Boys (Big Black Coat), καθώς και την επιστροφή των Holy Fuck μετά από 6 χρόνια, με το Congrats.

Φτιάχνοντας βαλίτσα και οδεύοντας πια προς την αναζήτηση της καλοκαιρινής ανεμελιάς και χαλάρωσης, καταλήγω και μου υπενθυμίζω πως δεν υπάρχει καλύτερη συντροφιά από δυο-τρεις δίσκους (δεν χρειάζονται παραπάνω) και ένα βιβλίο για να χαθούμε μέσα τους, στο κυνήγι αυτό. Μέχρι να σας ξανασυναντήσω από φθινόπωρο πλέον, εύχομαι να τα βρείτε, και αυτά, και την ηρεμία που όλοι ψάχνουμε.

Προτεινόμενη Δισκογραφία:

Kaytranada – 99,9% (2016)
BBNG – IV (2016)
River Tiber – Indigo (2016)
Jessy Lanza – Oh No (2016)

 

Top